Συχνές ερωτήσεις

Τι είναι η θεραπεία με Υπερβαρικό Οξυγόνο

Η εταιρεία καταδυτικής και υπερβαρικής ιατρικής (Undersea and Hyperbaric Medical Society (UHMS), η οποία αποτελεί τη βασικότερη πηγή επιστημονικών και ιατρικών πληροφοριών που αφορούν την υπερβαρική και καταδυτική ιατρική παγκοσμίως, ορίζει τη θεραπεία με υπερβαρικό οξυγόνο ως την ιατρική θεραπεία, κατά την οποία ο ασθενής εισέρχεται σε έναν θάλαμο (θάλαμος αποσυμπίεσης) και μέσω ειδικής μάσκας ή κουκούλας αναπνέει οξυγόνο, ενώ η πίεση του θαλάμου αυξάνεται σε περισσότερο από μια ατμόσφαιρα (1ATM). 

Είναι ασφαλής η θεραπεία με υπερβαρικό οξυγόνο;

Η θεραπεία με υπερβαρικό οξυγόνο είναι εξαιρετικά ασφαλής. Διενεργείται  κάτω από ιατρική επίβλεψη, από ειδικό ιατρό υπερβαρικής ιατρικής. Καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας οι ασθενείς παρακολουθούνται μέσα από κάμερες και πλήρες σύστημα ενδοεπικοινωνίας από νοσηλευτές εξειδικευμένους στην υπερβαρική νοσηλευτική αλλά και από το θεράπων ιατρό της υπερβαρικής ιατρικής. Επιπλέον, οι νοσηλευτές που χειρίζονται το θάλαμο αποσυμπίεσης μπορούν να εισέλθουν στο εσωτερικό του άμεσα αν παραστεί οποιαδήποτε ανάγκη. 

Τι αισθάνεται κάποιος κατά τη διάρκεια της θεραπείας;

Με την έναρξη της θεραπείας οι ασθενείς βιώνουν μια αίσθηση “βουλώματος” στα αυτιά παρόμοια με αυτή που αισθανόμαστε κατά τη διάρκεια πτήσης ή / και προσγείωσης σε αεροπλάνο. Οι νοσηλευτές της υπερβαρικής εξηγούν στους ασθενείς τρόπους για να ξεπερνούν αυτό το αίσθημα (τρόποι εξίσωσης των αυτιών). Κατά τη διάρκεια της θεραπείας (η οποία διαρκεί περίπου 1,5 ώρα) ο ασθενής μπορεί να ξεκουραστεί, να διαβάσει, να ακούσει μουσική. Στο τέλος της θεραπείας ο ασθενής έχει ξανά το ίδιο αίσθημα “βουλώματος” στα αυτιά, όπως και στην αρχή, αλλά αυτή τη φορά δεν υπάρχει ανάγκη να γίνει κάποιος χειρισμός, διότι το “ξεβούλωμα” γίνεται αυτόματα. 

Πόσο διαρκεί μια θεραπεία με Υπερβαρικό Οξυγόνο;

Το σύνολο διάρκειας μιας θεραπείας με υπερβαρικό οξυγόνο εξαρτάται πάντα από τη νοσολογία του ασθενούς και κυμαίνεται από 75΄εως 90΄. 

Πόσες θεραπείες με υπερβαρικό οξυγόνο απαιτούνται;

Ο αριθμός των θεραπειών που απαιτούνται σε κάθε περίπτωση εξαρτάται από τη πάθηση  του ασθενούς αλλά και από το γενικότερο ιατρικό ιστορικό του, τα οποία συνεκτιμώνται από τον ειδικό ιατρό υπερβαρικής ιατρικής. Ο ιατρός είναι ο αρμόδιος που θα καθορίσει τον αριθμό των θεραπειών, καθώς κάθε περίπτωση είναι διαφορετική. Ωστόσο, μια γενικότερη εκτίμηση ορίζει ότι απαιτούνται περίπου 15 – 20 θεραπείες, οι οποίες θα πρέπει να διενεργούνται καθημερινά (Δευτέρα – Παρασκευή), λαμβάνοντας επίσης υπόψη ότι οι χρόνιες ασθένειες έναντι των οξέων καταστάσεων απαιτούν περισσότερο χρόνο. 

Πως ακριβώς γίνεται η θεραπεία με υπερβαρικό οξυγόνο;

Η θεραπεία πραγματοποιείται σε έναν μεγάλο θάλαμο (θάλαμος αποσυμπίεσης), ο  οποίος μοιάζει με μεγάλη καμπίνα αεροπλάνου. Ο ασθενής εισέρχεται στο εσωτερικό του θαλάμου και κάθεται σε αναπαυτική πολυθρόνα. Μέσα από ειδική μάσκα εισπνέει το υπερβαρικό οξυγόνο, και σε όλη τη διάρκεια της θεραπείας μπορεί να διαβάσει, να ακούσει μουσική, να ξεκουραστεί. Επίσης, η θεραπεία μπορεί να γίνει και σε τροχήλατα αναπηρικά αμαξίδια ή και φορεία αν η κατάσταση του ασθενούς το απαιτεί. 

Υπάρχουν αντενδείξεις για τη θεραπεία με υπερβαρικό οξυγόνο;

Η μόνη απόλυτη αντένδειξη είναι ο πνευμοθώρακας (συγκέντρωση αέρα στον πνεύμονα). Σε κάθε περίπτωση, ο ειδικός ιατρός υπερβαρικής ιατρικής θα πρέπει να έχει πλήρη εικόνα για τον ασθενή, και αυτός είναι αρμόδιος να αποφασίσει εάν θα πραγματοποιηθεί ή όχι η θεραπεία. Γι’ αυτό πριν από την έναρξη της θεραπείας λαμβάνεται πλήρες ιατρικό ιστορικό και πραγματοποιείται κλινική εξέταση προκειμένου να χαραχτεί η στρατηγική θεραπείας.

Η αλλεργική ρινίτιδα αποτελεί απόλυτη αντένδειξη για καταδύσεις;

Η Αλλεργική Ρινίτιδα ΔΕΝ αποτελεί απόλυτη αντένδειξη για αυτόνομη κατάδυση.

Στην Αλλεργική ρινίτιδα ο βλεννογόνος της μύτης αντιδρά (με μεγαλύτερη ευαισθησία από το φυσιολογικό ή από ότι παλαιότερα) σε ορισμένα αλλεργιογόνα. Με την αλλεργική ρινίτιδα υπάρχει οίδημα στο βλεννογόνο της μύτης με αποτέλεσμα να δημιουργείται διαταραχή στην εξίσωση κατά την κατάδυση και έτσι αυξάνεται η προδιάθεση για βαρότραυμα.

Ωστόσο, κάθε περίπτωση διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο στην  ένταση, στο  μέγεθος του οιδήματος (πρήξιμο) του βλεννογόνου της μύτης, από την εποχιακή ή μη κατανομή της εμφάνισης της, άλλοι παράγοντες όπως κάπνισμα, οδήγηση μηχανής κ.α. αυξάνουν το οίδημα. Όλα τα παραπάνω, συνεκτιμώνται και δίνονται οι κατάλληλες συστάσεις και αγωγή. Επιπλέον, η δοκιμασία πιέσεως σε θάλαμο αποσυμπίεσης αποτελεί πολύτιμο εργαλείο για την εκτίμηση του μεγέθους της  δυσχέρειας εξισώσεως.

Η αλλεργική ρινίτιδα, δεν αποτελεί απόλυτη αντένδειξη για καταδύσεις καθώς με κατάλληλη προσέγγιση και αγωγή ο δύτης μπορεί να καταδύεται.

Η έλλειψη G6PD για ποιο λόγο είναι αντένδειξη για κατάδυση; Γενικά δημιουργεί πρόβλημα κατά τη θεραπεία της νόσου δυτών;

Η έλλειψη του ενζύμου G6PD στην μεμβράνη των ερυθρών αιμοσφαιρίων προδιαθέτει αυτά να σπάσουν (δημιουργία αιμόλυσης), εάν έρθουν σε επαφή με κάποιες χημικές ουσίες. Ο άνθρωπος με πλήρη έλλειψη του ενζύμου θα πρέπει να είναι ενημερωμένος για τις ουσίες που πρέπει να αποφεύγει. Η πλήρης ή μερική έλλειψη του ενζύμου σε κάθε οργανισμό είναι μια κατάσταση που υπάρχει από τη γέννηση. Όσον αφορά την αυτόνομη κατάδυση και την έλλειψη του ενζύμου G6PD, παλαιότερες μελέτες δήξανε ότι σε καταδύσεις με ιδιαίτερο φορτίο φυσαλίδων αλλά και κατά την διάρκεια θεραπείας στο θάλαμο αποσυμπίεσες με υπερβαρικό οξυγόνο, τα ερυθρά αιμοσφαίρια «έσπαγαν» οδηγώντας σε αιμόλυση. Καμία όμως νεότερη μελέτη δεν απέδειξε ότι συμβαίνει αυτό. Ωστόσο, παραμένει ως οδηγία για αποκλεισμό από τις στρατιωτικές και ορισμένες επαγγελματικές καταδύσεις.

Κατά την προσωπική μου εμπειρία διενεργώντας θεραπεία σε εκατοντάδες δύτες όπου σε κάποιους από αυτούς ανευρεθεί ότι είχαν πλήρη έλλειψη ενζύμου G6PD, δεν προκλήθηκε αιμόλυση ή προδιέθεσε αυτό το γεγονός σε υπολειμματικά συμπτώματα. Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι επειδή η ασπιρίνη είναι ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται σε περίπτωση καταδυτικού ατυχήματος ή και προληπτικά σε ορισμένου τύπου καταδύσεις (κατόπιν ιατρικής συνταγής), πρέπει ο δύτης με έλλειψη ενζύμου G6PD να ενημερώνει τον εκπαιδευτή του, καθώς και τον body diver προκειμένου να αποφεύγεται η χρήση της διότι σε αυτές τις περιπτώσεις προκαλείται αιμόλυση.

Κατά πόσο μπορεί ένα ατύχημα με κάταγμα στα οστά να επηρεάσει την ενασχόληση με την κατάδυση και κατά πόσο το κάταγμα αποτελεί αντένδειξη για κατάδυση;

Ένα κάταγμα πράγματι μπορεί να επηρεάσει και να επηρεστεί από την αυτόνομη κατάδυση.

Η γενική οδηγία για ένα κάταγμα που δεν φέρει υλικά οστεοσυνθεσης είναι ότι αποφεύγεται η κατάδυση έως ότου να φάνει ακτινογραφικά, ότι έχει πωρωθεί και ο δύτης έχει ανακτήσει τη λειτουργική κατάσταση του μέλους, που έχει γίνει το κάταγμα.

Για τα κατάγματα με υλικά οστεοσυνθεσης υπάρχουν τα εξής, Τα υλικά οστεοσυνθεσης προδιαθέτουν:

Στην άθροιση και δημιουργία φυσαλίδων και στη συνεχεία την εμφάνιση παράδοξα νόσου δυτών.

Στη στρέβλωση των υλικών.

Σε ατελή πώρωση του κατάγματος.

Για αυτούς τους λογούς η γενική σύσταση είναι η αποφυγή των καταδύσεων έως την αφαίρεσης τους.

Υπάρχουν όμως, περιπτώσεις που τα υλικά οστεοσυνθεσης θα παραμένουν ισοβίως ή έχουν περάσει έτη και δεν έχουν βγει ενώ θα έπρεπε ή είναι περιορισμένης έκτασης (μικρή λάμα ή καρφιά) ή τέλος ο δύτης είναι επαγγελματίας και πρέπει να επιστρέψει το συντομότερο και ασφαλώς στην εργασία του. Σε αυτές τις περιπτώσεις, σχεδιάζονται μαζί με τον καταδυτικό ιατρό τα προφίλ της κατάδυσης, το αέριο της κατάδυσης ή και θεραπείες στο θάλαμο με υπερβαρικό οξυγόνο για την επιτάχυνση της πωρώσεως.

Επειδή κάθε περίπτωση κατάγματος είναι διαφορετική, εξαρτωμένη από την βαρύτητα, τη θέση του κατάγματος, την πορεία πωρώσεως, την παρουσία υλικών οστεοσυνθεσης (είδους), τα παρελκόμενα ενός κατάγματος (πορεία φυσικής αποκατάστασης) αλλά και τις ανάγκες του δύτη, όλα αυτά εκτιμούνται από τον ιατρό καταδυτικής υπερβαρικής ιατρικής, προκειμένου να δοθούν εξατομικευμένες συστάσεις.

Μπορεί μια γυναίκα να κάνει κατάδυση όταν είναι αδιάθετη;

Η έμμηνος ρύση δεν είναι αρρώστια, αλλά σε ικανό ποσοστό γυναικών μπορεί να επιδρά έτσι, παρακάτω αναφέρονται κάποιες περιπτώσεις που συστήνω να αποφεύγεται η κατάδυση, τουλάχιστον έως την ημέρα που σταματά το «κόκκινο» αίμα. 

  • Όταν υπάρχει αρκετή ποσότητα αίματος κατά τη διάρκεια της περιόδου.
  • Όταν υπάρχει αίσθημα κόπωσης – καταβολής – πόνων ή/και στο ιστορικό της αναφέρει λιποθυμικά επεισόδια.
  • Και τέλος όταν η γυναίκα έχει γενικά χαμηλό αιματοκρίτης ή και σιδηροπενική αναιμία.

 

Σε κάποιες επίσης γυναίκες πριν την έμμηνο ρύση (2-3 ημέρες) μεταβάλλεται η ψυχική διάθεση, έντονοι εκνευρισμοί – άγχος ή και μελαγχολία – κατάθλιψη. Και σε αυτή την κατηγορία συστήνεται να αποφεύγει να καταδύεται με αυτόνομη συσκευή έως ανακάμψεως των ορμονών, που προκαλεί αυτή η ψυχική κατάσταση. Συνήθως δηλαδή, μέχρι να έρθει η έμμηνος ρύση.

Τώρα αν η γυναίκα είναι επαγγελματίας και δεν γίνεται να αναβάλει την κατάδυση, συστήνεται να λαμβάνει αρκετά υγρά, βιταμίνες, σιδηροθεραπεια και θεραπεία με φιλικό οξύ (εάν έχει εν γένει σιδηροπενική αναιμία) στις ημέρες της περιόδου. Τέλος συστήνεται η επαγγελματίας δύτρια που έχει έμμηνο ρύση και πρέπει να καταδυθεί να επιλέξει για την κατάδυση της (εφόσον έχει εκπαιδευτεί) μίγμα Nitrox .

Συμπερασματικά, πρόβλημα υπάρχει τις πρώτες μέρες της περιόδου (ημέρες με «κόκκινο» αίμα) και τίποτα παραπάνω. Η έμμηνος ρύση δεν προδιαθέτει για Νόσο Δυτών.

Ask a question